Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Slavoj Zizek’

Από το  Red NoteBook

Πρώτα η κατάληψη, τα αιτήματα μετά

 

Οι επικριτές λένε ότι οι στόχοι του κινήματος Occupy Wall Street είναι ομιχλώδεις. Οι διαδηλωτές πρέπει να απαντήσουν για το τι θα επακολουθήσει — αλλά ας είμαστε επιφυλακτικοί σε μια συζήτηση που διεξάγεται στο γήπεδο του αντιπάλου.

 

Του Σλάβοϊ Ζίζεκ
Τι πρέπει να κάνουμε στη συνέχεια των κινητοποιήσεων του  Occupy Wall Street — των κινητοποιήσεων που ξεκίνησαν εκεί μακριά, κατέλαβαν το κέντρο της δημοσιότητας και τώρα, με νέα ορμή, συνεχίζονται και διαχέονται σε όλο τον κόσμο; Ένας από τους μεγαλύτερους κίνδυνους που αντιμετωπίζουν οι διαδηλωτές είναι να ερωτευτούν τους εαυτούς τους.  Αυτή την εβδομάδα, στην αντίστοιχη διαμαρτυρία του Σαν Φρανσίσκο, ένας από τους συμμετέχοντες  κάλεσε τους συγκεντρωμένους να συμμετάσχουν στο κίνημα σα να επρόκειτο για χάπενινγκ χίπηδων του ’60: «Μας ρωτάνε ποιο είναι το πρόγραμμά μας. Δεν έχουμε πρόγραμμα. Είμαστε εδώ γιατί περνάμε καλά!».Οι φιέστες είναι εύκολες. Το πραγματικό τεστ της αξίας τους όμως είναι το τι θα μείνει την επόμενη μέρα, πόσο θα αλλάξει η κανονικότητα της καθημερινής μας ζωής. Οι διαδηλωτές πρέπει να ερωτευτούν τη σκληρή και επίπονη δουλειά  — βρίσκονται στην  αρχή, όχι στο τέλος. Το βασικό τους μήνυμα είναι: το ταμπού έχει σπάσει, δεν ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Έχουμε το δικαίωμα, ακόμα και την υποχρέωση, να σκεφτούμε εναλλακτικές λύσεις.Σαν μια μορφή της εγελιανής τριάδας, η δυτική Αριστερά έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της: αφού εγκατέλειψε την, ούτως ειπείν, «ουσιοκρατία της πάλης των τάξεων» χάριν του πλουραλισμού του αντιρατσιστικού, του φεμινιστικού και άλλων αγώνων, ο καπιταλισμός εμφανίζεται και πάλι ξεκάθαρα ως το όνομα του προβλήματος. Συνεπώς, το πρώτο μάθημα για μας είναι: Μην κατηγορείτε τους ανθρώπους, μην τους εγκαλείτε για όσα κάνουν. Το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά και η απληστία· το πρόβλημα είναι το σύστημα που σε κάνει διεφθαρμένο. Η λύση δεν έγκειται σε αυτό που λέει το σύνθημα «Μέιν Στριτ, όχι Γουόλ Στριτ», αλλά στο να αλλάξουμε ένα σύστημα στο οποίο η  Μέιν Στριτ δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς τη Γουόλ Στριτ.Έχουμε ακόμα μακρύ δρόμο μπροστά μας, και σύντομα θα πρέπει να απαντήσουμε στις όντως δύσκολες ερωτήσεις: όχι το τι δεν θέλουμε, αλλά το τι  θέλουμε. Ποιο σύστημα  κοινωνικής οργάνωσης μπορεί να αντικαταστήσει τον υπάρχοντα καπιταλισμό; Τι τύπου νέους ηγέτες θέλουμε; Ποιους μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των  ελεγκτικών και κατασταλτικών μηχανισμών, χρειαζόμαστε;  Είναι εμφανές ότι οι εναλλακτικές του 20ού αιώνα απέτυχαν.Αν και είναι συναρπαστικό να ζούμε τη χαρά της «οριζόντιας οργάνωσης» του πλήθους που διαδηλώνει ισότιμα, αλληλέγγυα που μετέχει σε ελεύθερες ανοιχτές συζητήσεις, ας μην ξεχνάμε αυτό που έγραψε ο Τζ. Κ. Τσέτσερτον: «Το να έχεις απλώς ανοιχτό μυαλό δεν σημαίνει τίποτα. Ο σκοπός ενός ανοιχτού μυαλού, όπως και ενός ανοιχτού στόματος, είναι, όταν ξανακλείσει, να έχει καταλήξει σε κάτι στέρεο». Αυτό ισχύει και με την πολιτική σε τούτη την εποχή της αστάθειας: οι ανοιχτές συζητήσεις  θα πρέπει να απολήγουν όχι μόνο σε νέα «κυρίαρχα σημαίνοντα», αλλά και σε χειροπιαστές απαντήσεις στο παλιό λενινιστικό ερώτημα «Τι να κάνουμε;».Οι ευθείες επιθέσεις των συντηρητικών είναι εύκολο να απαντηθούν. Είναι οι διαδηλώσεις αντιαμερικανικές; Όποτε οι συντηρητικοί φονταμενταλιστές λένε ότι η Αμερική είναι ένα χριστιανικό έθνος, ας θυμόμαστε τι είναι ο χριστιανισμός: είναι το Άγιο Πνεύμα, η ελεύθερη κοινότητα των πιστών που ζουν ίσοι μεταξύ τους, ενωμένοι από την αγάπη. Οι διαδηλωτές λοιπόν είναι το Άγιο Πνεύμα, ενώ οι ειδωλολάτρες της Γουόλ Στριτ λατρεύουν ψεύτικα είδωλα.

Είναι οι διαδηλωτές βίαιοι;  Η φρασεολογία τους μπορεί να φαίνεται βίαιη (κατάληψη κλπ.), αλλά είναι βίαιοι μόνο με την έννοια που ήταν ο Μαχάτμα Γκάντι. Είναι βίαιοι γιατί θέλουν να βάλουν ένα τέλος στην σημερινή κατάσταση των πραγμάτων  —  αλλά μπορεί να συγκριθεί η βία αυτή με την βία που απαιτείται για να λειτουργήσει ομαλά το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα;

Τους λένε λούζερ, αποτυχημένους   —  κι όμως, μήπως πρέπει να αναζητήσουμε τους πραγματικούς λούζερ στη Γουόλ Στριτ, όλους εκείνους που έλαβαν μεγάλα πακέτα διάσωσης; Τους αποκαλούν σοσιαλιστές  —  αλλά στις ΗΠΑ ο σοσιαλισμός ισχύει ήδη για τους πλούσιους. Τους κατηγορούν  ότι δεν σέβονται την ατομική ιδιοκτησία  —  αλλά τα κερδοσκοπικά παιχνίδια της  Γουόλ Στριτ, που οδήγησαν στο κραχ του 2008 κατέστρεψαν πολύ περισσότερες περιουσίες, που είχαν κερδηθεί με ιδρώτα, από όσες θα μπορούσαν οι διαδηλωτές, ακόμη και αν τα σπάγαν μέρα και νύχτα  —  σκεφτείτε απλώς τα χιλιάδες σπίτια που κατασχέθηκαν.

Δεν είναι κομμουνιστές, αν  με τη λέξη «κομμουνισμός» εννοούμε το σύστημα που δικαίως κατέρρευσε το 1990· και ας μην ξεχνάμε ότι οι κομμουνιστές που βρίσκονται ακόμη στην εξουσία εφαρμόζουν τον πιο αδίστακτο καπιταλισμό. Η επιτυχία του κινέζικου  «“κομμουνιστικού” καπιταλισμού» αποτελεί ένα δυσοίωνο σημάδι ότι ο γάμος καπιταλισμού και δημοκρατίας οδεύει προς το διαζύγιο. Η μόνη έννοια με την οποία οι διαδηλωτές είναι κομμουνιστές είναι ότι νοιάζονται για τα κοινά αγαθά  –τη φύση, τη γνώση–  που απειλούνται από το σύστημα.

Τους κατηγορούν για αιθεροβάμονες, αλλά οι πραγματικοί αιθεροβάμονες είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι η κατάσταση μπορεί να μείνει εντελώς απαράλλακτη επ’ αόριστον, με κάποιες μόνο διακοσμητικές αλλαγές. Δεν είναι αιθεροβάμονες και ονειροπαρμένοι· είναι αυτοί που ξυπνάνε από ένα όνειρο που μετατρέπεται σε εφιάλτη. Δεν καταστρέφουν τίποτε, μονάχα αντιδρούν σε ένα σύστημα που σιγά σιγά οδηγείται στην αυτοκαταστροφή. Θυμόμαστε όλοι την κλασική σκηνή από τα καρτούν: η γάτα φτάνει στον γκρεμό, αλλά συνεχίζει να περπατάει. Θα πέσει μόνο όταν κοιτάξει κάτω κι αντικρίσει την άβυσσο. Οι διαδηλωτές απλώς υπενθυμίζουν σ’ αυτούς που κατέχουν την εξουσία  να κοιτάξουν προς τα κάτω.

Όλα αυτά όμως είναι το εύκολο μέρος. Οι διαδηλωτές πρέπει να προσέχουν όχι μόνο τους εχθρούς, αλλά και τους ψευτοφίλους, αυτούς που παριστάνουν τους υποστηρικτές, ενώ ήδη εργάζονται εντατικά  για να διαλύσουν την κινητοποίηση. Όπως ακριβώς έχουμε καφέ ντεκαφεϊνέ, μπύρα χωρίς αλκοόλ και παγωτά με μηδέν λιπαρά, αυτοί που κατέχουν την εξουσία θα προσπαθήσουν να μετατρέψουν τις διαδηλώσεις σε μια σε ένα αβλαβές ηθικολογικό διάβημα.

Στην πυγμαχία, «λαβή»  σημαίνει  να κρατάς το σώμα του αντιπάλου με το ένα ή τα δυο σου χέρια, για να αποφύγεις ή για  να δυσκολέψεις ένα χτύπημα. Η αντίδραση του Μπιλ Κλίντον στις κινητοποιήσεις της Γουόλ Στριτ αποτελεί ιδεοτυπική περίπτωση πολιτικής «λαβής». Ο Κλίντον θεωρεί ότι αυτές οι διαδηλώσεις συνιστούν «εν συνόλω αναμφίβολα […] θετικό γεγονός», αλλά ανησυχεί για το νεφελώδες των στόχων: «Χρειάζεται να υπάρχουν συγκεκριμένα θετικά αιτήματα, να μην είσαι απλώς αντίθετος, γιατί αν εξαντλείσαι στην εναντίωση, τότε κάποιος άλλος θα καλύψει το κενό που δημιουργείς εσύ», είπε. Ο Κλίντον πρότεινε στους διαδηλωτές να στρατευθούν πίσω από το νέο πρόγραμμα απασχόλησης του Προέδρου Ομπάμα, το οποίο, όπως ισχυρίστηκε, μπορεί να δημιουργήσει «δύο εκατομμύρια θέσεις εργασίας μέσα τον επόμενο ενάμιση χρόνο».

Αυτό στο οποίο πρέπει να εναντιωθούμε στην παρούσα φάση  είναι ακριβώς αυτή η εσπευσμένη μετάφραση του δυναμισμού του κινήματος σε μια σειρά πραγματιστικά αιτήματα. Πράγματι, οι κινητοποιήσεις δημιούργησαν ένα κενό  — ένα κενό στο επίπεδο της κυρίαρχης  ιδεολογίας, και χρειάζεται χρόνος για να καλύψουμε αυτό το κενό με τον σωστό τρόπο, γιατί είναι ένα κενό που δεν έχει γεννηθεί ακόμα, ένα άνοιγμα στο πραγματικά καινούργιο.

Ο λόγος που οι διαδηλωτές βγήκαν στο δρόμο είναι γιατί βαρέθηκαν έναν κόσμο όπου, για να νιώθουμε, αρκεί να ανακυκλώνουμε τα κουτάκια της Κόκα Κόλα, να δίνουμε δυο δολάρια σε ελεημοσύνες ή να προτιμάμε εκείνο τον καπουτσίνο το 1% του οποίου θα δοθεί για την ανακούφιση του Τρίτου Κόσμου. Είχαν αναθέσει  σε τρίτους  (outsourcing) την εργασία και τα βασανιστήρια, είχαν αναθέσει στα γραφεία συνοικεσίων ακόμη και τα ραντεβού, είχαν εκχωρήσει, για μεγάλο διάστημα και την πολιτική τους βούληση, αναθέτοντας σε τρίτους και την πολιτική  —  τώρα όμως  τα θέλουν όλα αυτά πίσω.

Η τέχνη της πολιτικής είναι να επικεντρώνεσαι σε ένα συγκεκριμένο αίτημα, το οποίο, αν και απολύτως «ρεαλιστικό», αμφισβητεί τον πυρήνα της κυρίαρχης ιδεολογίας: για παράδειγμα, ένα αίτημα που, παρότι είναι  σίγουρα εφικτό και νομιμοποιημένο, αυτή τη στιγμή είναι εντελώς αδύνατον να πραγματωθεί (το δημόσιο σύστημα υγείας για όλους στις ΗΠΑ αποτελεί μια τέτοια περίπτωση). Την επαύριο των διαδηλώσεων του Occuppy Wall Street, πρέπει να κινητοποιήσουμε με κάθε τρόπο ανθρώπους για να διατυπώσουμε τέτοια αιτήματα· την ίδια στιγμή, είναι εξίσου σημαντικό να μην παγιδευόμαστε στο πεδίο των συμβιβασμών και των «ρεαλιστικών» προτάσεων.

Αυτό που πρέπει να έχουμε διαρκώς στο μυαλό μας είναι ότι κάθε συζήτηση που διεξάγεται εδώ και τώρα παραμένει μια συζήτηση στο γήπεδο του αντιπάλου· χρειάζεται χρόνος για να ξεδιπλώσουμε το νέο πολιτικό περιεχόμενο. Όλα όσα λέμε τώρα μπορούν να μας τα πάρουν — τα πάντα, εκτός από τη σιωπή μας.  Αυτή η σιωπή, αυτή η απόρριψη του διαλόγου, η απόρριψη κάθε είδους «λαβής» είναι η δικιά μας «τρομοκρατία», απειλητική και τρομακτική, όπως οφείλει να είναι.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Guardian στις 27.10.2011 και φιλοξενείται στα Ενθέματα της Κυριακάτικης Αυγής, που την εβδομάδα αυτή κυκλοφορεί εκτάκτως το Σάββατο 29 Οκτωβρίου.
Μετάφραση: Νικόλας Βαγδούτης
Δες και …ΕΔΩ
Advertisements

Read Full Post »

Ο Slavoj Žižek στη Liberty Plaza μιλώντας στους διαδηλωτές της κίνησης Occupy Wall Street. Mεταφέρω τα πλήρη πρακτικά της ομιλίας του όπως τα μετέφρασε ο Κώστας Αρβανίτης για τη Λέσχη:

«Μην ερωτευτείτε τον εαυτό σας, για τις όμορφες στιγμές που ζούμε εδώ. Τα πανηγύρια εύκολα γίνονται – η πραγματική δοκιμή της αξίας τους είναι τι μένει την επόμενη μέρα, πως θα αλλάξει η συνηθισμένη καθημερινή ζωή μας. Αγαπήστε τη σκληρή και επίμονη δουλειά, είμαστε η αρχή και όχι το τέλος. Το βασικό μας μήνυμα είναι: το ταμπού καταργήθηκε, δε ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο, δεν μας επιτρέπεται απλά αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτόμαστε εναλλακτικές. Ο δρόμος μπροστά μας είναι μακρύς, και σύντομα θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τα πραγματικά δύσκολα ερωτήματα: ερωτήματα σχετικά όχι με το τι δε θέλουμε, αλλά με το τι θέλουμε. Ποια κοινωνική οργάνωση μπορεί να αντικαταστήσει τον υπάρχοντα καπιταλισμό; Τι είδους νέους ηγέτες θέλουμε; Οι εναλλακτικές του 20ου αιώνα προφανώς δε λειτούργησαν.

Έτσι, να μην επιρρίπτουμε τις ευθύνες στους ανθρώπους και τη νοοτροπία τους: το πρόβλημα δεν είναι η διαφθορά και η απληστία, αλλά το σύστημα που σε σπρώχνει στη διαφθορά. Η λύση δεν είναι «Main Street (Μεσαία Οδός) και όχι Wall Street» αλλά να αλλάξουμε το σύστημα στο οποίο η μεσαία οδός δεν εφαρμόζεται χωρίς τη Wall Street. Προσοχή όχι μόνο στους εχθρούς, αλλά και στους ψεύτικους φίλους, που υποκρίνονται ότι μας υποστηρίζουν αλλά ήδη παλεύουν να αμβλύνουν τον αγώνα μας. Όπως έχουμε καφέ χωρίς καφεΐνη, μπύρα χωρίς αλκοόλ και παγωτό χωρίς λιπαρά, θα προσπαθήσουν να μας μετατρέψουν σε μια ακίνδυνη ηθική διαμαρτυρία. Αλλά ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ είναι πως για μας δε μας αρκεί πια ο κόσμος, στον οποίο το να ανακυκλώνεις τα κουτάκια της κοκα-κόλα, να δίνεις λίγα δολλάρια για φιλανθρωπικούς σκοπούς ή να αγοράζεις καπουτσίνο από τα Starbucks όπου το 1% των κερδών πάει για φιλανθρωπικούς σκοπούς, φτάνει για να αισθανόμαστε καλά. Αφού αναθέσαμε σε άλλους από δουλειές μέχρι και βασανιστήρια, αφού τα γραφεία συνοικεσίων πήραν εργολαβία ακόμα και τα ραντεβού μας, είδαμε πως για καιρό αφήναμε και την πολιτική μας τοποθέτηση να ανατίθεται σε άλλους – τα θέλουμε όλα πίσω.

Θα μας πούν πως είμαστε αντι-αμερικάνοι. Αλλά όταν οι συντηρητικοί φονταμενταλιστές μας λένε πως η Αμερική είναι ένα χριστιανικό έθνος, θυμηθείτε τι είναι ο χριστιανισμός: το Άγιο Πνεύμα, η ελευθέρη κοινότητα των ισότιμων πιστών, των ενωμένων από την αγάπη. Εμείς είμαστε το Άγιο Πνεύμα, κι αυτοί στη Wall Street είναι άπιστοι ειδωλολάτρες.

Θα μας πούνε βίαιους, πως η ίδια μας η φρασεολογία είναι βίαιη: κατάληψη και τα λοιπά. Ναι, είμαστε βίαιοι, αλλά μόνο με την έννοια που ο Μαχάτμα Γκάντι ήταν βίαιος. Είμαστε βίαιοι γιατί θέλουμε με να βάλουμε τέλος στον τρόπο που λειτουργεί η κατάσταση – αλλά τι είναι αυτή η συμβολική μοναχά βία όταν συγκρίνεται με τη βία που είναι αναγκαία για τη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος;

Μας λένε ηττημένους – αλλά μήπως είναι εδώ στη Wall Street οι πραγματικά ηττημένοι, και μήπως δε διασώθηκαν με εγγύηση μέσω εκατοντάδων δισεκατομμυρίων από τα δικά σας λεφτά; Σας αποκαλούν σοσιαλιστές, αλλά στις Η.Π.Α. υπάρχει ήδη σοσιαλισμός για τους πλούσιους. Θα σας πουν ότι δε σέβεστε την ιδιωτική περιουσία – αλλά οι κερδοσκοπικές κομπίνες της Wall Street που οδήγησαν στο κραχ του 2008 κατέστρεψαν πολύ περισσότερη σκληρά κερδισμένη ιδιωτική περιουσία ακόμα κι αν ακόμα την καταστρέφαμε εδώ μέρα-νύχτα – σκεφτείτε απλά τα χιλιάδες σπίτια που κατασχέθηκαν…

Δεν είμαστε κομμουνιστές, αν ο κομμουνισμός είναι το σύστημα που τελείως λογικά κατέρρευσε το 1990 – και θυμηθείτε πως οι κομμουνιστές που βρίσκονται ακόμα στην εξουσία ηγούνται του πιο αδίστακτου καπιταλισμού (στην Κίνα). Η επιτυχία του κινέζικου (διευθυνόμενου από τους κομμουνιστές) καπιταλισμού είναι ένα απειλητικό σημάδι πως ο γάμος μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας πλησιάζει στο διαζύγιο. Η μόνη έννοια με την οποία είμαστε κομμουνιστές είναι πως νοιαζόμαστε για τα κοινά – το κοινά της φύσης, της γνώσης – τα οποία απειλούνται από το σύστημα.

Θα σας πούν ότι ονειρεύεστε, αλλά οι πραγματικοί ονειροπόλοι είναι αυτοί που πιστεύουν ότι τα πράγματα μπορούν αναμφίβολα να μείνουν όπως είναι, απλά με μερικές διακοσμητικές αλλαγές. Δεν ονειρευόμαστε, είμαστε το ξύπνημα από το όνειρο που γίνεται εφιάλτης. Δεν καταστρέφουμε τίποτα, είμαστε απλά μάρτυρες του πως το σύστημα σταδιακά αυτοκαταστρέφεται. Όλοι γνωρίζουμε την κλασσική σκηνή από τα κινούμενα σχέδια: η γάτα φτάνει στο χείλος του γκρεμού αλλά συνεχίζει να περπατάει, αγνοώντας το γεγονός πως δεν υπάρχει έδαφος κάτω από τα πόδια της, αρχίζει να πέφτει μόνο όταν κοιτάει κάτω και προσέχει την ύπαρξη της αβύσσου. Αυτό που κάνουμε τώρα απλά υπενθυμίζει σε αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία να κοιτάξουν κάτω…

Είναι λοιπόν η αλλαγή πραγματικά δυνατή; Σήμερα το δυνατό και το αδύνατο κατανέμονται με περίεργο τρόπο. Στα πεδία των προσωπικών ελευθεριών και της επιστημονικής τεχνολογίας, το αδύνατο γίνεται συνεχώς δυνατό (ή έτσι μας λένε απλά): “τίποτα δεν είναι αδύνατο”, μπορούμε να απολαύσουμε το σεξ σε κάθε διεστραμμένη εκδοχή του, ολόκληρες βιβλιοθήκες μουσικής, κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών είναι διαθέσιμα για κατέβασμα, το ταξίδι στο διάστημα είναι διαθέσιμο σε όλους (σε όλους όσους έχουν τα λεφτά…), μπορούμε να ενισχύσουμε τις φυσικές και νοητικές μας ικανότητες μέσω παρεμβάσεων στο γονιδίωμα, βρισκόμαστε καθοδόν για το τεχνο-γνωστικιστικό όνειρο του να πετύχουμε την αθανασία μετατρέποντας την ταυτότητα μας σε ένα πρόγραμμα λογισμικού. Από την άλλη, στα πεδία των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων, βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από το «Δε Μπορείς»: να συμμετάσχεις σε συλλογικές πολιτικές δράσεις (οι οποίες αναγκαστικά καταλήγουν στην τρομοκρατία του ολοκληρωτισμού) ή να υποστηρίζεις το παλιό κράτος πρόνοιας (το οποίο σε κάνει μη ανταγωνιστικό και οδηγεί έτσι στην οικονομική κρίση) ή να απομονωθείς από την παγκόσμια αγορά, και πάει λέγοντας.Όταν επιβάλλονται μέτρα λιτότητας, ακούμε ξανά και ξανά πως είναι απλά αυτό που πρέπει να γίνει. Ίσως έχει έρθει ο καιρός να αντιστρέψουμε τις συντεταγμένες του τι είναι δυνατό και τι αδύνατο, ίσως δεν μπορούμε να γίνουμε αθάνατοι αλλά μπορούμε να έχουμε περισσότερη αλληλεγγύη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη;

Στα μέσα του Απρίλη του 2011, τα ΜΜΕ ανέφεραν στα ρεπορτάζ πως η κινεζική κυβέρνηση έχει απαγορεύσει να παίζονται στους κινηματογράφους και τα θέατρα έργα που να σχετίζονται με το ταξίδι στο χρόνο και την εναλλακτική ιστορία, με το επιχείρημα πως τέτοια έργα αντιμετωπίζουν σοβαρά ιστορικά γεγονότα με επιπολαιότητα – ακόμα και η φανταστική απόδραση σε μια εναλλακτική πραγματικότητα θεωρείται πολύ επικίνδυνη. Εμείς στη φιλελεύθερη Δύση δε χρειαζόμαστε μια τόσο ξεκάθαρη απαγόρευση: η ιδεολογία ασκεί αρκετή υλική δύναμη για να αποτρέψει το να αντιμετωπίζονται οι εναλλακτικές ιστορικές αφηγήσεις με ελάχιστη έστω σοβαρότητα. Είναι εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου – βλέπε αμέτρητα αποκαλυπτικά φιλμ – αλλά όχι το τέλος του καπιταλισμού.

Σε ένα παλιό ανέκδοτο από την τέως Ανατολική Γερμανία, ένας εργάτης βρίσκει δουλειά στη Σιβηρία; γνωρίζοντας πως οι λογοκριτές θα διαβάζουν τα γράμματα του, λέει στους φίλους του: “Ας χρησιμοποιήσουμε ένα κώδικα: αν ένα γράμμα που λαμβάνετε από μένα είναι γραμμένο με μπλε μελάνι, είναι αληθινό; αν είναι γραμμένο με κόκκινο, είναι ψεύτικο.” Μετά από ένα μήνα, οι φίλοι του παίρνουν το πρώτο γράμμα του που είναι γραμμένο με μπλε μελάνι: “ Όλα είναι θαυμάσια εδώ: τα καταστήματα γεμάτα, το φαγητό άφθονο, τα διαμερίσματα μεγάλα και με σωστή θέρμανση, οι κινηματογράφοι δείχνουν ταινίες από τη Δύση, υπάρχουν πολλά όμορφα κορίτσια για σχέση, το μόνο πράγμα που μας λείπει είναι το κόκκινο μελάνι.” Mήπως αυτή είναι η κατάσταση μας μέχρι στιγμής; Έχουμε όλες τις ελευθερίες που μπορεί να χρειάζεται κάποιος – το μόνο πράγμα που λείπει είναι τοκόκκινο μελάνι: αισθανόμαστε ελεύθεροι γιατί μας λείπει η φρασεολογία για να περιγράψουμε τη έλλειψη ελευθερίας μας. Αυτό που σημαίνει σήμερα αυτή η έλλειψη κόκκινου μελανιού, είναι πως οι κύριοι όροι που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε τη σύγκρουση που διεξάγεται – “πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία”, “δημοκρατία κι ελευθερία” , “ανθρώπινα δικαιώματα” είναι ΨΕΥΤΙΚΟΙ όροι, που αποπροσανατολίζουν την αντίληψη μας της κατάστασης αντί να μας επιτρέπουν να τη σκεφτούμε. Εσείς, εδώ, δίνετε σε όλους μας κόκκινο μελάνι».

Δες …. occupywallst.org

Read Full Post »

Αρθρο του Slavoj Zizek στο London Review of Books.

Αναδημοσιεύω μεταφρασμένο από τη Λέσχη:

Η επανάληψη, σύμφωνα με τον Χέγκελ, παίζει ένα κρίσιμο ρόλο στην ιστορία: όταν κάτι συμβαίνει μόνο μία φορά, μπορεί να εκληφθεί ως ατύχημα, κάτι που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν η κατάσταση ήταν διαφορετική. Αλλά όταν το ίδιο γεγονός επαναλαμβάνεται είναι ένα σημάδι ότι εκτυλίσσεται μια βαθύτερη ιστορική διαδικασία. Όταν ο Ναπολέων έχασε στη Λειψία το 1813, φάνηκε σαν ατυχία. Όταν έχασε ξανά στο Βατερλό, ήταν σαφές ότι ο χρόνος του τελείωσε. Το ίδιο ισχύει και για τη συνεχιζόμενη οικονομική κρίση. Τον Σεπτέμβριο του 2008, παρουσιάστηκε από κάποιους ως μια ανωμαλία που θα μπορούσε να διορθωθεί μέσω καλύτερων κανόνων κλπ. Τώρα, που τα σημάδια των επαναλαμβανόμενων χρηματιστικών καταρρεύσεων συσσωρεύονται, είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με ένα δομικό φαινόμενο.

Μας λένε ξανά και ξανά ότι ζούμε σε μια κρίση χρέους, και ότι όλοι πρέπει να μοιραστούμε το βάρος και να σφίξουμε το ζωνάρι μας. Όλοι, δηλαδή, εκτός από τους (πολύ) πλούσιους. Η ιδέα της μεγαλύτερης φορολόγησής τους είναι ταμπού: αν το κάναμε, συνεχίζει το επιχείρημα, οι πλούσιοι δεν θα είχαν κανένα κίνητρο να επενδύσουν, λιγότερες θέσεις εργασίας θα δημιουργούνταν και όλοι θα υποφέραμε. Ο μόνος τρόπος για να σωθούμε από τους δύσκολους καιρούς είναι οι φτωχοί να γίνουν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Τι πρέπει να κάνουν οι φτωχοί; Τι μπορούν να κάνουν;

Αν και οι ταραχές στο Ηνωμένο Βασίλειο προκλήθηκαν από τον ύποπτο πυροβολισμό του Mark Duggan, όλοι συμφωνούν ότι εκφράζουν μια βαθύτερη αναταραχή – αλλά τι είδους; Όπως και στους πυρπολισμούς αυτοκινήτων στα παρισινά banlieues το 2005, οι ταραξίες του Ηνωμένου Βασιλείου [UK rioters] δεν είχαν κανένα μήνυμα να παραδώσουν. (Υπάρχει σαφής αντίθεση με τις μαζικές διαδηλώσεις των φοιτητών το Νοέμβριο του 2010, οι οποίες στράφηκαν επίσης στη βία. Οι φοιτητές έκαναν σαφές ότι απέρριπταν τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση). Γι’ αυτό και είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τους ταραξίες με μαρξιστικούς όρους, ως μια στιγμή της ανάδυσης του επαναστατικού υποκειμένου. Ταιριάζουν πολύ καλύτερα στην εγελιανή έννοια του “όχλου”, εκείνων που βρίσκονται εκτός οργανωμένου κοινωνικού χώρου, που μπορούν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους μόνο μέσα από “παράλογα” ξεσπάσματα καταστροφικής βίας – αυτό που ο Χέγκελ αποκαλούσε “αφηρημένη αρνητικότητα”.

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για έναν εργάτη ύποπτο κλοπής: κάθε βράδυ, καθώς φεύγει από το εργοστάσιο, το καροτσάκι που σπρώχνει μπροστά του ελέγχεται προσεκτικά. Οι φρουροί δεν βρίσκουν τίποτα, είναι πάντα άδειο. Τελικά, η αλήθεια αποκαλύπτεται: αυτό που κλέβει ο εργάτης είναι τα ίδια τα καρότσια. Διέφευγε από τους φρουρούς η προφανής αλήθεια, όπως ακριβώς κι από τους σχολιαστές των ταραχών. Μας έλεγαν ότι η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 σήμανε το τέλος της ιδεολογίας: η περίοδος των μεγάλων ιδεολογικών σχεδίων που έφταναν στο αποκορύφωμά τους με ολοκληρωτική [totalitarian] καταστροφή είχε παρέλθει. Είχαμε εισέλθει σε μια νέα εποχή ορθολογικής, πραγματιστικής πολιτικής. Εάν ο κοινός τόπος ότι ζούμε σε μια μετά-ιδεολογική εποχή αληθεύει υπό οποιαδήποτε έννοια, μπορούμε να το δούμε σε αυτό το πρόσφατο ξέσπασμα βίας. Ήταν μια διαμαρτυρία μηδενικού βαθμού, μια βίαιη δράση που δεν απαιτούσε τίποτα. Στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να βρουν νόημα στις ταραχές, οι κοινωνιολόγοι και οι συντάκτες συσκότισαν το αίνιγμα που παρουσιάστηκε στις ταραχές.

Οι διαδηλωτές, αν και μη προνομιούχοι και ντε φάκτο κοινωνικά αποκλεισμένοι, δε ζούσαν στα όρια της λιμοκτονίας. Άνθρωποι με πολύ χειρότερους υλικούς περιορισμούς, μη πούμε για τις συνθήκες φυσικής και ιδεολογικής καταπίεσης, ήταν σε θέση να οργανωθούν σχηματίζοντας πολιτικές δυνάμεις με σαφές πρόγραμμα. Το γεγονός ότι οι ταραξίες δεν έχουν πρόγραμμα είναι επομένως από μόνο του κάτι που πρέπει να ερμηνευτεί: μας λέει πολλά για την ιδεολογικό-πολιτική δυσχέρειά μας και για το είδος της κοινωνίας που ζούμε, μια κοινωνία που εξυμνεί την επιλογή, αλλά στην οποία η μόνη διαθέσιμη εναλλακτική επιλογή απέναντι στην επιβεβλημένη δημοκρατική συναίνεση είναι η τυφλές υστερικές πράξεις [acting out]. Η αντίθεση με το σύστημα δεν μπορεί πλέον να πάρει τη μορφή μιας ρεαλιστικής εναλλακτικής λύσης, ή έστω ενός ουτοπικού σχεδίου, αλλά μονάχα να λάβει τη μορφή ενός ξεσπάσματος χωρίς νόημα. Ποιο το νόημα της εξυμνούμενης ελευθερίας μας στην επιλογή, όταν η μόνη επιλογή είναι μεταξύ της τήρησης των νόμων και της (αυτο)καταστροφικής βίας;

Ο Alain Badiou έχει υποστηρίξει ότι ζούμε σε έναν κοινωνικό χώρο που βιώνεται ολοένα και περισσότερο σαν “ά-κοσμος” [“worldless”]: σε έναν τέτοιο χώρο, η μόνη μορφή που μπορεί να πάρει η διαμαρτυρία είναι η βία άνευ νοήματος. Ίσως αυτός είναι ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους του καπιταλισμού: αν και χάρη στο γεγονός ότι είναι παγκόσμιος περικλείει όλο το κόσμο, διατηρεί έναν “ά-κοσμο” ιδεολογικό αστερισμό στον οποίο οι άνθρωποι στερούνται τους τρόπους εντοπισμού [locating] νοήματος. Το θεμελιώδες δίδαγμα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι ο καπιταλισμός μπορεί να ταιριάξει σε όλους τους πολιτισμούς, από τους χριστιανούς μέχρι τους ινδουιστές και τους βουδιστές, από τη Δύση μέχρι την Ανατολή. Δεν υπάρχει παγκόσμια “καπιταλιστική κοσμοθεωρία”, ούτε καθαυτό “καπιταλιστικός πολιτισμός”. Η παγκόσμια διάσταση του καπιταλισμού αντιπροσωπεύει την αλήθεια δίχως νόημα.

 Το πρώτο συμπέρασμα που πρέπει να βγάλουμε από τις ταραχές, συνεπώς, είναι ότι και οι συντηρητικές και οι φιλελεύθερες αντιδράσεις στην αναταραχή είναι ανεπαρκείς. Η συντηρητική αντίδραση ήταν αναμενόμενη: δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία για τέτοιο βανδαλισμό˙ οφείλει κανείς να χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα για την επαναφορά της τάξης˙ για να αποτραπούν επιπλέον εκρήξεις αυτού του είδους δεν χρειαζόμαστε περισσότερη ανοχή και κοινωνική βοήθεια αλλά περισσότερη πειθαρχία, σκληρή δουλειά και αίσθηση υπευθυνότητας. Το λάθος αυτής της προσέγγισης δεν είναι μόνο ότι αγνοεί την απελπιστική κοινωνική κατάσταση που ωθεί τους νέους σε βίαια ξεσπάσματα αλλά, ίσως πιο σημαντικό, αγνοεί ότι σε αυτά τα ξεσπάσματα αντηχούν οι κρυφές προκείμενες της ίδιας της συντηρητικής ιδεολογίας. Όταν τη δεκαετία του 1990, οι Συντηρητικοί λάνσαραν την καμπάνια “επιστροφή στα βασικά” [back to basics], το αισχρό της συμπλήρωμα αποκαλύφθηκε από τον Norman Tebbitt: “Ο άνθρωπος δεν είναι απλά ένα κοινωνικό ζώο αλλά και ένα ζώο με μαρκαρισμένη περιοχή [terittorial]. Πρέπει να αποτελέσει μέρος της ατζέντας μας η ικανοποίηση εκείνων των βασικών ενστίκτων του πρωτόγονου φυλετισμού [tribalism] και του εδαφικού τοπικισμού [territoriality]. Αυτό αφορούσε πραγματικά η “επιστροφή στα βασικά”: η αποδέσμευση του βαρβάρου που καιροφυλαχτούσε κάτω από την φαινομενικά πολιτισμένη, αστική κοινωνία, μέσω της ικανοποίησης των “βασικών ενστίκτων” του βαρβάρου. Στη δεκαετία του 1960, ο Herbert Marcuse εισήγαγε την έννοια της “καταπιεστικής αποεξιδανίκευσης” [repressive desublimation**] για να εξηγήσει την “σεξουαλική απελευθέρωση”: οι ανθρώπινες ορμές θα μπορούσαν να αποεξιδανικευθούν [desublimated] , και ακόμα να υπόκεινται στον καπιταλιστικό έλεγχο – βλέπε, βιομηχανία πορνό. Στους βρετανικούς δρόμους κατά τη διάρκεια της αναταραχής αυτό που είδαμε δεν ήταν άνθρωποι υποβιβασμένοι σε “κτήνη”, αλλά την απογυμνωμένη μορφή του “κτήνους” που παράγεται από την καπιταλιστική ιδεολογία.

Εν τω μεταξύ οι αριστεροί φιλελεύθεροι, ακόμη λιγότερο αναπάντεχα, κόλλησαν στοmantra* τους για κοινωνικά προγράμματα και πρωτοβουλίες για την ένταξη, η παραμέληση των οποίων έχει στερήσει από τους μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς τις οικονομικές και κοινωνικές προοπτικές τους: τα βίαια ξεσπάσματα είναι το μόνο μέσο που έχουν για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους. Αντί να παραδινόμαστε σε φαντασίωσης εκδίκησης, θα έπρεπε να κάνουμε μια προσπάθεια να καταλάβουμε τις βαθύτερες αιτίες των ξεσπασμάτων. Μπορούμε καν να φανταστούμε τι σημαίνει να είσαι νέος σε μια φτωχή, φυλετικά μικτή περιοχή, ύποπτος εκ των προτέρων, με την αστυνομία να σε παρενοχλεί, όχι μονάχα μη απασχολούμενος αλλά συχνά μη απασχολήσιμος, δίχως ελπίδα ή μέλλον; Συνεπάγεται ότι οι συνθήκες στις οποίες βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι κάνουν αναπόφευκτο το ότι θα το ρίξουν στους δρόμους. Το πρόβλημα αυτής της προσέγγισης, όμως, είναι ότι παραθέτει μόνο τις αντικειμενικές συνθήκες που οδηγούν στις ταραχές. Όταν κάνει κανείς ταραχές, κάνει μια υποκειμενική δήλωση, υπόρρητα, για να δηλώσει πώς σχετίζεται με τις αντικειμενικές συνθήκες [στις οποίες βρίσκεται].

Ζούμε σε κυνικούς καιρούς, και είναι εύκολο να φανταστούμε έναν διαδηλωτή ο οποίος, όταν θα τον έπιαναν να λεηλατεί και να πυρπολεί ένα κατάστημα και πιεζόταν να δικαιολογηθεί., θα απαντούσε με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι κοινωνιολόγοι, επικαλούμενος τη μειωμένη κοινωνική κινητικότητα, την αυξανόμενη ανασφάλεια, την αποσύνθεση της πατρικής φιγούρας, την έλλειψη μητρικής αγάπης στα πρώτα παιδικά χρόνια. Ξέρει τι κάνει, λοιπόν, αλλά, παρόλ’ αυτά, το κάνει.

Δεν έχει νόημα να προβληματιζόμαστε ποιά από τις δύο αντιδράσεις, η συντηρητική ή η φιλελεύθερη, είναι η χειρότερη: όπως θα το έθετε ο Στάλιν, είναι και οι δύο χειρότερες, και αυτό περιλαμβάνει την προειδοποίηση αμφότερων πως ο πραγματικός κίνδυνος από αυτά τα ξεσπάσματα έγκειται στην αναμενόμενη ρατσιστική αντίδραση της “σιωπηλής πλειοψηφίας”. Μια από τις μορφές που πήρε αυτή η αντίδραση ήταν η ‘πρωτόγονη φυλετική’ [tribal] δραστηριότητα των τοπικών (τουρκικών, καραϊβικών, Σιχ) κοινοτήτων οι οποίες οργάνωσαν γρήγορα τις δικές τους μονάδες περιφρούρησης για να προστατεύσουν τις περιουσίες τους. Οι καταστηματάρχες είναι μικροαστοί που υπερασπίζονται την ιδιοκτησία απέναντι σε μια γνήσια, αν και βίαιη, διαμαρτυρία κατά του συστήματος; Ή εκπροσωπούν την εργατική τάξη αντιπαλεύοντας τις δυνάμεις της κοινωνικής αποσύνθεσης; Κι εδώ επίσης κανείς θα έπρεπε να απορρίψει τις απαιτήσεις να επιλέξει πλευρά. Η αλήθεια είναι πως η διαμάχη ήταν ανάμεσα σε δύο πόλους των μη προνομιούχων: εκείνων που έχουν πετύχει να λειτουργούν εντός του συστήματος εναντίον εκείνων που είναι πάρα πολύ αγανακτισμένοι για να συνεχίσουν να προσπαθούν. Η βία των ταραξιών κατευθυνόταν σχεδόν αποκλειστικά κατά των δικών τους. Τα αμάξια που πυρπολήθηκαν και τα μαγαζιά που λεηλατήθηκαν δεν ήταν σε πλούσιες γειτονιές, αλλά σε αυτές των ταραξιών. Η διαμάχη δεν είναι μεταξύ διαφορετικών κομματιών της κοινωνίας· είναι, στην πιο ριζική της μορφή, η διαμάχη μεταξύ κοινωνίας και κοινωνίας, μεταξύ εκείνων που έχουν τα πάντα και εκείνων χωρίς τίποτα, να χάσουν· μεταξύ εκείνων που δε διακυβεύεται τίποτα στην κοινότητά τους και εκείνων που διακυβεύονται τα πάντα.

Ο Zygmunt Bauman χαρακτήρισε τις ταραχές ως πράξεις “ελαττωματικών και ακατάλληλων καταναλωτών”: πάνω απ’ όλα, ήταν εκδήλωση μιας καταναλωτικής επιθυμίας πραγματωμένης βίαια όταν δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με “ορθό” τρόπο – με ψώνια. Ως εκ τούτου, περιέχουν επίσης μια στιγμή γνήσιας διαμαρτυρίας, με τη μορφή μιας ειρωνικής απάντησης στην καπιταλιστική ιδεολογία: “Μας καλείτε να καταναλώσουμε ενώ ταυτόχρονα μας στερείτε τα μέσα να το κάνουμε ορθά – έτσι εδώ το κάνουμε με τον μόνο τρόπο που μπορούμε!” Οι ταραχές είναι ένα παράδειγμα της υλικής δύναμης της ιδεολογίας – αυτά, μάλλον, όσον αφορά την “μετα-ιδεολογική κοινωνία”. Από μια επαναστατική οπτική γωνία, το πρόβλημα με τις ταραχές δεν είναι η βία ως τέτοια, αλλά το γεγονός ότι η βία δεν είναι αληθινά αυτο-επιβεβαιούμενη. Είναι ανίκανη οργή και απελπισία μασκαρεμένες ως επίδειξη δύναμης· είναι ζήλεια μασκαρεμένη ως θριαμβευτικό καρναβάλι.

Οι ταραχές πρέπει να τοποθετηθούν [situated] σε σχέση με ένα άλλο είδος βίας που η σημερινή φιλελεύθερη πλειοψηφία αντιλαμβάνεται ως απειλή για τον τρόπο ζωής μας: τις τρομοκρατικές επιθέσεις και τις βομβιστικές επιθέσεις αυτοκτονίας. Και στις δύο περιστάσεις, η βία και η αντιβία μπλέκονται σε ένα φαύλο κύκλο γεννώντας η κάθε μία τις δυνάμεις που προσπαθεί να καταπολεμήσει. Και στις δύο περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με τυφλά passages à l’acte [περάσματα στην πράξη], στα οποία η βία είναι η υπόρρητη παραδοχή της ανικανότητας. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με τις ταραχές στη Μεγάλη Βρετανία ή στο Παρίσι, οι τρομοκρατικές επιθέσεις διενεργούνται στην υπηρεσία του απόλυτου Νοήματος που παρέχει η θρησκεία.

Όμως, οι Αραβικές Εξεγέρσεις δεν ήταν μια συλλογική πράξη αντίστασης που απέφυγε την ψεύτικη εναλλακτική της αυτοκαταστροφικής βίας και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού; Δυστυχώς, το αιγυπτιακό καλοκαίρι του 2011 θα μνημονεύεται πως σήμανε το τέλος της επανάστασης, η περίοδος στην οποία καταπνίχθηκε το χειραφετητικό δυναμικό της. Οι νεκροθάφτες της είναι ο στρατός και οι Ισλαμιστές. Το περίγραμμα της συμφωνίας μεταξύ στρατού (που είναι ο στρατός του Μουμπάρακ) και Ισλαμιστών (που είχαν περιθωριοποιηθεί τους πρώτους μήνες του ξεσηκωμού αλλά τώρα κερδίζουν έδαφος) ξεκαθαρίζει όλο και περισσότερο: οι Ισλαμιστές θα ανεχθούν τα υλικά προνόμια του στρατού και ως αντάλλαγμα θα διασφαλίσουν την ιδεολογική ηγεμονία. Οι χαμένοι θα είναι οι φιλοδυτικοί φιλελεύθεροι, πολύ αδύναμοι – παρά τη χρηματοδότηση της CIA που λαμβάνουν – για να “προωθήσουν τη δημοκρατία”, καθώς και οι πραγματικοί φορείς των συμβάντων της άνοιξης, η αναδυόμενη κοσμική αριστερά που προσπαθεί να στήσει ένα δίκτυο οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, από σωματεία μέχρι φεμινιστές. Η γοργή επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης αργά ή γρήγορα θα φέρει τους φτωχούς, που ήταν κατά κόρον απόντες από τις διαδηλώσεις της άνοιξης, στους δρόμους. Θα υπάρξει μάλλον μια νέα έκρηξη , και το δύσκολο ερώτημα για τα πολιτικά υποκείμενα της Αιγύπτου είναι ποιος θα πετύχει να κατευθύνει την οργή των φτωχών; Ποιος θα τη μεταφράσει σε πολιτικό πρόγραμμα: η νέα κοσμική αριστερά ή οι Ισλαμιστές;

Η κυρίαρχη αντίδραση της δυτικής κοινής γνώμης απέναντι στη συμφωνία μεταξύ Ισλαμιστών και στρατού χωρίς αμφιβολία θα είναι μια θριαμβευτική επίδειξη κυνικής σοφίας: θα μας πούνε ότι, όπως ξεκαθαρίστηκε με την περίπτωση του (μη Αραβικού) Ιράν οι λαϊκοί ξεσηκωμοί στις αραβικές χώρες καταλήγουν πάντα σε ένα στρατιωτικό Ισλαμικό καθεστώς. Ο Μουμπάρακ θα εμφανιστεί σαν να ήταν ένα πολύ μικρότερο κακό – καλύτερα να κρατήσεις το διάβολο που ξέρεις παρά να πειραματίζεσαι με τη χειραφέτηση. Απέναντι σε τέτοιον κυνισμό, πρέπει κανείς να παραμείνει χωρίς προϋποθέσεις πιστός στο ριζοσπαστικό-χειραφετητικό πυρήνα του αιγυπτιακής εξέγερσης.

Αλλά θα πρέπει να αποφύγουμε και τον πειρασμό του ναρκισσισμού της χαμένης υπόθεσης: είναι πάρα πολύ εύκολο να θαυμάζεις την υψηλή [sublime] ομορφιά των καταδικασμένων σε αποτυχία εξεγέρσεων. Η σημερινή αριστερά αντιμετωπίζει το πρόβλημα της “καθορισμένης άρνησης”: ποιά νέα τάξη θα πρέπει να αντικαταστήσει την παλιά μετά την εξέγερση, όταν ο υψηλός ενθουσιασμός της πρώτης στιγμής έχει τελειώσει; Σε αυτό το πλαίσιο, το μανιφέστο των Ισπανών indignados [αγανακτισμένων], που εκδόθηκε μετά τις διαδηλώσεις τους το Μάιο, είναι αποκαλυπτικό. Το πρώτο πράγμα που χτυπά στο μάτι είναι ο στοχευμένα απολίτικος τόνος: “Μερικοί από εμάς θεωρούμε τους εαυτούς μας προοδευτικούς, άλλοι συντηρητικούς. Μερικοί από εμάς είναι πιστοί, άλλοι όχι. Μερικοί από εμάς έχουν σαφώς καθορισμένη ιδεολογία, άλλοι είναι απολίτικοι, αλλά είμαστε όλοι ανήσυχοι και θυμωμένοι για την πολιτική, οικονομική και κοινωνική προοπτική που βλέπουμε γύρω μας: η διαφθορά μεταξύ των πολιτικών, επιχειρηματιών, τραπεζιτών, μας αφήνει αβοήθητους, χωρίς φωνή”. Διαμαρτύρονται για λογαριασμό των “αναφαίρετων αληθειών που πρέπει να τηρούνται στην κοινωνία μας: το δικαίωμα στη στέγαση, την απασχόληση, τον πολιτισμό, την υγεία, την εκπαίδευση, την πολιτική συμμετοχή, την ελεύθερη προσωπική ανάπτυξη και τα δικαιώματα των καταναλωτών για μια υγιή και ευτυχισμένη ζωή”. Απορρίπτοντας τη βία, ζητούν μια “ηθική επανάσταση. Αντί να τοποθετούνται τα χρήματα πάνω από τους ανθρώπους, να τοποθετηθούν εκ νέου στην υπηρεσία τους. Είμαστε άνθρωποι, όχι προϊόντα. Δεν είμαι προϊόν αυτού που αγοράζω, του λόγου που το αγοράζω και του από ποιόν το αγοράζω”. Ποιος θα είναι οι φορείς αυτής της επανάστασης; Οι indignados έχουν απορρίψει το σύνολο της πολιτικής τάξης, δεξιά και αριστερά, ως διεφθαρμένη και ελεγχόμενη από τη δίψα για εξουσία, παρόλ’ αυτά το μανιφέστο αποτελείται από μια σειρά αιτημάτων που απευθύνεται σε –ποιόν; Όχι στους ίδιους τους ανθρώπους: οι indignados δεν υποστηρίζουν (μέχρι στιγμής) ότι κανένας άλλος δεν θα το κάνει για αυτούς, ότι οι ίδιοι πρέπει να γίνουν η αλλαγή που θέλουν να δουν. Και αυτή είναι η θανάσιμη αδυναμία των πρόσφατων διαμαρτυριών: εκφράζουν μια αυθεντική οργή που δεν είναι σε θέση να μεταμορφωθεί σε ένα θετικό πρόγραμμα κοινωνικοπολιτικής αλλαγής. Εκφράζουν ένα πνεύμα της εξέγερσης, χωρίς επανάσταση.

Η κατάσταση στην Ελλάδα φαίνεται πιο ελπιδοφόρα, κάτι που οφείλεται μάλλον στην πρόσφατη παράδοση προοδευτικής αυτό-οργάνωσης (η οποία εξαφανίστηκε στην Ισπανία μετά την πτώση του καθεστώτος του Φράνκο). Αλλά ακόμα και στην Ελλάδα, το κίνημα διαμαρτυρίας δείχνει τα όρια της αυτο-οργάνωσης: οι διαδηλωτές διατηρούν ένα χώρο ισότητας και ελευθερίας χωρίς κεντρική αρχή να τον ρυθμίζει, ένα δημόσιο χώρο όπου σε όλους παραχωρούνται ίσα χρονικά διαστήματα για να μιλήσουν και ούτω καθεξής. Όταν οι διαδηλωτές άρχισαν να συζητούν τι να κάνουν στη συνέχεια, πώς να προχωρήσουν πέρα από την απλή διαμαρτυρία, η πλειοψηφική άποψη ήταν ότι αυτό που χρειαζόταν δεν ήταν ένα νέο κόμμα ή μια άμεση απόπειρα κατάληψης της κρατικής εξουσίας, αλλά ένα κίνημα που θα έχει ως στόχο να ασκήσει πίεση στα πολιτικά κόμματα. Αυτό σαφώς δεν είναι αρκετό για να επιβάλει μια αναδιοργάνωση της κοινωνικής ζωής. Για να γίνει αυτό, κανείς χρειάζεται ένα ισχυρό σώμα σε θέση να καταλήξει σε γρήγορες αποφάσεις και να τις υλοποιήσει με όλη την απαραίτητη σκληρότητα.

Σημειώσεις της μετάφρασης:

* mantra: επαναλαμβανόμενη ιερή συλλαβή ή φράση στη βουδιστική και την ινδουιστική θρησκεία.

** repressive desublimation: αλλού έχει μεταφραστεί και ως “καταπιεστική απομεταρσίωση”

Μετάφραση: Κων/νος Σ. και Θάνος Ανδρίτσος

Read Full Post »

Slavoj Zizek

Ο Σλοβένος φιλόσοφος για τη «ζωή στις έσχατες μέρες»…

(Μεταγλώττιση από την ομάδα του tvxs)

Read Full Post »